στομάχι

(Ανατ.). Το πρώτο μέρος του ενδοκοιλιακού τμήματος του πεπτικού σωλήνα. Βρίσκεται αμέσως κάτω από το αριστερό μισό του διαφράγματος και συνεχίζεται προς τα πάνω με τον οισοφάγο και προς τα κάτω με το δωδεκαδάκτυλο. Η περιοχή μετάβασης από τον οισοφάγο στο σ. ονομάζεται καρδιακή μοίρα και χαρακτηρίζεται από απότομη μεταβολή του επιθήλιου του βλεννογόνου· μεταξύ σ. και δωδεκαδάκτυλου βρίσκεται ο πυλωρός. Στους ζώντες, το σ. έχει σχήμα σακοειδές με κάμψη προς τα δεξιά· τα τοιχώματά του, από τα έξω προς τα μέσα, αποτελούνται από τέσσερις χιτώνες: ορογόνο, μυϊκό, υποβλεννογόνιο και βλεννογόνο που είναι πλούσιος σε αδένες (περίπου 100 σε κάθε τ. εκ.). Οι αδένες αυτοί είναι σωληνοειδείς απλοί ή διακλαδιζόμενοι, διακρινόμενοι ιστολογικά και λειτουργικά σε δύο τύπους: τους κυρίως γαστρικούς αδένες, που βρίσκονται στα άνω δύο τρίτα του σ. και εκκρίνουν υδροχλωρικό οξύ και πεψίνη, και στους πυλωρικούς, που καταλαμβάνουν το κάτω ένα τρίτο και εκκρίνουν βλέννη. Το σ. του ενήλικου παράγει περίπου 2-3 λίτρα γαστρικού υγρού την ημέρα. Η έκκρισή του βρίσκεται κάτω από την επήρεια νευρικών ερεθισμάτων, τοπικών και από το έντερο. Το νευρικό ερέθισμα προκαλείται από εξαρτημένα ανακλαστικά: είναι πραγματικά γνωστό ότι και μόνο η θέα ή η νοερή παράσταση γεύματος προκαλεί παραγωγή γαστρικού υγρού· το τοπικό ερέθισμα προκαλείται από την άφιξη των τροφών· αυτά διεγείρουν την έκκριση υγρού μέσω του σχηματισμού μιας τοπικής ορμόνης, της γαστρίνης– το εντερικό ερέθισμα προκαλείται από το γέμισμα του δωδεκαδάκτυλου. Αναστολή, αντίθετα, της παραγωγής γαστρικού υγρού και της κινητικότητας του σ. προκαλεί η εντερογαστρόνη, ορμόνη εντερικής προέλευσης. Στο σ. οι τροφές υποβάλλονται σ’ έναν ορισμένο βαθμό πέψης κάτω από την επίδραση γαστρικού υγρού, η οποία διευκολύνεται από την ανάμειξη των τροφών που είναι αποτέλεσμα των συσπάσεων του τοιχώματος του σ. Το άδειασμα του σ. γίνεται κυρίως χάρη στις κατά κύματα περισταλτικές κινήσεις των μυϊκών ινών του τοιχώματος του, που προκαλούν και το άνοιγμα του πυλωρικού στόμιου· ειδικά ερεθίσματα του δωδεκαδακτυλικού βλεννογόνου μπορεί v’ αναστείλουν τα κύματα αυτά. Ο βλεννογόνος του σ. απορροφά καλά το νερό, αλλά ελάχιστη και αμφίβολη είναι η απορρόφηση των προϊόντων της πέψης· ευνοεί, αντίθετα, την απορρόφηση της βιταμίνης Β12 γιατί είναι πλούσιος σε ενδογενή παράγοντα (αναιμία). Μεγάλη βοήθεια στη μελέτη του σ. προσφέρεται από την εξέταση του γαστρικού υγρού, που λαμβάνεται δια καθετηριασμού, δια της φυσικής οδού, και από την ακτινολογική εξέταση που συνήθως γίνεται με ακτινοσκιερές ουσίες. Η παθολογία του σ. είναι μεγάλη: από τα λειτουργικά ενοχλήματα (δυσπεψία) έως τις δυστροφικές και φλεγμονώδεις παθήσεις (γαστρίτιδα), από το έλκος έως τις στενώσεις, την οξεία διεύρυνση, τους όγκους, οι παθήσεις του σ. εμφανίζονται με σημαντική συχνότητα. Οι κακοήθεις όγκοι του σ., μεταξύ των άλλων, αποτελούν πάνω από το 50% όλων των κακοηθών νεοπλασιών του άντρα και πάνω από το 30% και των δύο φύλων. Οι δυνατότητες της χειρουργικής του σ. κυμαίνονται από τη δημιουργία απευθείας επικοινωνίας με το εξωτερικό περιβάλλον (εξωτερική γαστροτομία) ως τη σύνδεση του οργάνου με μία εντερική έλικα (γαστρεντεροαναστόμωση), από την πλαστική του πυλωρού έως τη συρραφή λύσεων της συνέχειας του τοιχώματος, από τις τμηματικές αφαιρέσεις (γαστρεκτομή) έως τις ολικές. Η τμηματική γαστρεκτομή γίνεται συχνότερα στο έλκος του σ. και πρόκειται για αφαίρεση των κατώτερων δύο τρίτων του οργάνου, που περιλαμβάνουν την περιοχή που έχει το έλκος και την περιοχή πουρυθμίζει την όξινη έκκριση των γαστρικών αδένων.
* * *
το, Ν [στόμαχος]
1. ο στόμαχος
2. το σημείο τού σώματος όπου βρίσκεται ο στόμαχος («τού 'δωσε μια γροθιά στο στομάχι»)
3. το τμήμα τού πολεμικού θώρακα που προστατεύει την περιοχή τού στομάχου («οι κονταριές εδώκασι στο σιδηρό στομάχι», Ερωτόκρ.)
4. φρ. α) «έχω στομάχι» — πάσχω από δυσπεψία
β) «έχω το στομάχι μου» — πάσχω από χρόνια πάθηση τού στομάχου
γ) «μού κάθεται στο στομάχι» ή «μού κάθησε στο στομάχι»
i) (για τροφή) είναι δύσπεπτη
ii) (για πρόσ. ή πράγμα) είναι αντιπαθητικός
δ) «έχω μεγάλο στομάχι» — είμαι υπομονητικός, υπομένω χωρίς διαμαρτυρίες.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • στομάχι — το 1. όργανο του σώματος για την πέψη των τροφών: Έκανε εγχείρηση στο στομάχι του. 2. φρ., «Μου κάθεται στο στομάχι κάποιος», δεν τον χωνεύω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • στομάχι — [стомахи] ουσ. о. желудок …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γαστρικό υγρό — Υγρό που εκκρίνεται από το στομάχι. Είναι μείγμα των εκκριμάτων των επιφανειακών επιθηλιακών κυττάρων του στομάχου και των γαστρικών αδένων, και αποτελεί έναν από τους παράγοντες της πέψης. Είναι άχρωμο και ελαφρά αδιαφανές, έχει χαρακτηριστική… …   Dictionary of Greek

  • πεπτικό σύστημα — Το πεπτικό σύστημα αποτελείται από πολυάριθμα όργανα που, ενωμένα κατά σειρά, σχηματίζουν ένα μακρό σωλήνα, που στον ενήλικο μπορεί να φτάσει σε μήκος τα 12 13 μ. (πεπτικός σωλήνας), και από προσαρτημένους αδένες, όπως οι σιελογόνοι, το συκώτι… …   Dictionary of Greek

  • ήνυστρο — Το τέταρτο στομάχι των μηρυκαστικών, στο οποίο πραγματοποιείται η πέψη και δημιουργείται η πυτιά ή γαλιμίδι. Στους Ιππείς του Αριστοφάνη, το ή. αναφέρεται ως αγαπητό φαγητό των αρχαίων Αθηναίων. * * * το (Α ἤνυστρον) το τέταρτο στομάχι τών… …   Dictionary of Greek

  • κακοστόμαχος — η, ο (AM κακοστόμαχος, ον) 1. αυτός που έχει ευπαθές στομάχι, αυτός που υποφέρει από στομάχι ή που έχει κακοστομαχιά 2. (για τροφές) αυτός που προκαλεί κακό στο στομάχι, δύσπεπτος νεοελλ. (για πρόσ.) μτφ. αχώνευτος, ανυπόφορος, αυτός που προξενεί …   Dictionary of Greek

  • προστόμαχος — Μέρος του πεπτικού σωλήνα των πτηνών. Επειδή τα πουλιά δεν έχουν δόντια, η τροφή περνάει αμάσητη από τον φάρυγγα και τον οισοφάγο στον πρόλοβο, όπου αρχίζει το πρώτο στάδιο της πέψης. Από εκεί η τροφή πηγαίνει σε ένα πρώτο στομάχι, τον π. ή… …   Dictionary of Greek

  • κακοστόμαχος — η, ο 1. (για ανθρώπους), που έχει ελαττωματικό στομάχι, που υποφέρει από το στομάχι του. 2. (για τροφές), που προξενεί δυσπεψία, δυσκολοχώνευτος. 3. μτφ., που προκαλεί σε άλλον ψυχική στενοχώρια, που του κάθεται στο στομάχι: Μου έχει γίνει… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έλκος — Περιορισμένη απώλεια ιστού με μικρή τάση προς επούλωση· ο όρος έ. χρησιμοποιείται κυρίως σε βλάβες του δέρματος και των βλεννογόνων (π.χ. γαστροδωδεκαδακτυλικό έ.). Έ. του δέρματος μπορεί να συνοδεύουν διαβήτη, καρδιοπάθειες, νεφροπάθειες,… …   Dictionary of Greek

  • αλάτι — Όρος με τον οποίο στην καθομιλουμένη υποδηλώνεται το χλωριούχο νάτριο (NaCl), που χρησιμοποιείται ευρύτατα στη μαγειρική. Στη φύση υπάρχει στο θαλασσινό νερό (από το οποίο εξάγεται με εξάτμιση στις αλυκές) και σε γεωλογικά κοιτάσματα (ορυκτό… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.